Οικ-A-στικά.
Εικόνες από δύο εκθέσεις…
Εικόνες από δύο εκθέσεις…
-και μία τύψη- …
Όπως δηλώνει ο τίτλος , σήμερα, υποδυόμενος κατά κάποιο τρόπο τον Μουσσόρσκυ, θα σας μεταφέρω τη «μουσική» και τις εικόνες που αποκόμισα από δύο αξιόλογες εκθέσεις ζωγραφικής που «τρέχουν» στην πόλη μας. Αν μάλιστα είχα και κάτι από το ταλέντο του Ρώσου μουσουργού και σας έπειθα να τις επισκευθείτε, θα ήμουν απόλυτα ικανοποιημένος..
1. Δημήτρης Κούκος
Γκαλερί «Φυγόκεντρος»
Γκαλερί «Φυγόκεντρος»

Μετά από αναβολές επί αναβολών –που βέβαια ήταν επιβεβλημένες λόγω του κάπως «ιδιαίτερου» χαρακτήρα του παρελθόντος Δεκεμβρίου- το Σάββατο 10 Ιανουαρίου, έγιναν τα εγκαίνια της νέας -και μοναδικής- αίθουσας τέχνης της πόλης μας . Η «Φυγόκεντρος» ξεκίνησε τη λειτουργία της με τον πιο επιτυχημένο τρόπο.

Η κυρία Ελεάννα Καρβαγιώτου, που από την Αθήνα «φυγοκεντρίστηκε» στην πόλη μας , επέλεξε να φιλοξενήσει για ένα μήνα στον εξαιρετικό εκθεσιακό χώρο τα αιγαιακά τοπία του γνωστού Δημήτρη Κούκου. Η προσέλευση του κόσμου ήταν πραγματικά εντυπωσιακή, πράγμα που δείχνει ότι όχι μόνο η επιλογή του καλλιτέχνη ήταν επιτυχής, αλλά και ότι γενικότερα το «τόλμημα» της νέας συμπολίτισσάς μας δεν είναι σε κανένα βαθμό αποτέλεσμα απερίσκεπτης αισιοδοξίας, αλλά προϊόν ώριμης εκτίμησης και ενδελεχούς μελέτης των παραμέτρων που αφορούν στα εικαστικά πράγματα.

Τα διπλά εγκαίνια –της αίθουσας και της έκθεσης- τέλεσε η κυρία Ντόρα Ρογκάν, σταθερή φίλη και σύμβουλος της Ελεάννα, η οποία είχε και την επιμέλεια του καταλόγου της έκθεσης. Η γνωστή τεχνοκριτικός έκανε μία αναδρομή στα εικαστικά πράγματα της πόλης μας και δήλωσε έκπληκτη που για χρόνια δεν υπάρχει κανένας χώρος τέχνης. Στη συνέχεια, μας ξενάγησε στα «παλμικά» του τοπία του κ. Κούκου.
Τοπία που δεν αποτελούν ρεαλιστική αποτύπωση της πραγματικής αιγαιοπελαγίτικης «φύσης», αλλά μάλλον καταγραφή της ανάμνησης ή της αίσθησης που ο δημιουργός αποκόμισε από την επαφή του με τα ελληνικά νησιά. Τοπία που, αν και αφαιρετικά, αποτελούν ένα αρκετά οικείο κόσμο για όσους γνώρισαν τις Κυκλάδες και μαγεύτηκαν από τις αναπάλσεις του Μεσογειακού φωτός. Αυτού του ιδιόμορφου φωτός για το οποίο ο Ρίτσος έλεγε: «κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο». Όσοι ζωγραφίζουμε γνωρίζουμε πόσο δύσκολο είναι να αποδοθεί το διφυές αυτού του φωτός, το οποίο, υπακούοντας στο παράδοξο της φυσικής, είναι ταυτόχρονα κύμα και ύλη. Υλικό - αδιαφανές και ά-υλο - διάφανο.

Ο κ. Κούκος έχει ειδικευτεί σ’ αυτό. Θα έλεγα ότι είναι ο απόλυτος «μάστορας» αυτού του θέματος. Κατέχει την τεχνική σε τέτοιο – εξοργιστικό- βαθμό, ώστε να μπορεί να αποδίδει αυτό που επιδιώκει, χρησιμοποιώντας το ακρυλικό, ένα υλικό που, κατά την ταπεινή μου γνώμη, είναι άχαρο, αφού ούτε τη διαφάνεια της ακουρέλας διαθέτει ούτε την πειστικότητα του λαδιού. Με ποιο τρόπο καθυποτάσσει αυτό το κάπως «ταπεινό» υλικό και το «πείθει» να υπηρετήσει τις ανάγκες του θέματος μου είναι παντελώς άγνωστο – και δε νομίζω ότι θα μου πει αν τον ρωτήσω…-. Δε νομίζω, όμως, ότι αυτό που αποτελεί αντικείμενο περιέργειας -και ίσως και κάποιας ζήλιας - για τον ζωγράφο ενδιαφέρει και τον φιλότεχνο. Αυτό που αδιαμφισβήτητα θα τον ενδιαφέρει και είμαι σίγουρος ότι θα τον γοητεύσει είναι η ιδιοφυία και η μαστοριά που έχει καταθέσει στα 26 έργα του που φιλοξενεί η «Φυγόκεντρος».

Η επιτυχία των εγκαινίων δείχνει ότι η Φυγόκεντρος έχει όλες τις προϋποθέσεις για να γίνει εικαστικό κέντρο της πόλης μας. Η Ελεάννα είναι νέα, δραστήρια και γνωρίζει το αντικείμενο (έχει σπουδάσει ιστορία της τέχνης). Επιπλέον διαθέτει, φαντασία και οργανωτική ικανότητα και ξέρει να βάζει στόχους. Οι οποίοι, όπως λέει η ίδια, δεν είναι αυστηρά και μόνο οικονομικοί, αλλά πολύ πιο φιλόδοξοι, αφού όνειρό της είναι να μην προσελκύσει μόνο αυτούς που ενδιαφέρονται για τα εικαστικά, αλλά γενικότερα τους φίλους των τεχνών και των γραμμάτων. Ιδέες –παρουσιάσεις βιβλίων, ποιητικές βραδιές, επισκέψεις σχολείων στη γκαλερί κλπ - υπάρχουν πολλές. Όρεξη για δουλειά, επίσης.
Ας τη βοηθήσουμε, λοιπόν.
Όχι μόνο για αυτή, αλλά και για εμάς …
2. Μαρία Κολλιδά.
Κέντρο τέχνης Τζιόρτζιο ντε Κίρικο.

Ομολογώ ότι την κ Μαρία Κολλιδά δεν την γνώριζα. Όταν όμως πήρα την πρόσκληση για τα εγκαίνια της έκθεσής της και είδα τη φωτογραφία του έργου της, μου άρεσε. Ζήτησα, λοιπόν, από την κ Μπαξεβανίδου του «ντε Κίρικο» να μου στείλει μερικές ακόμη φωτογραφίες . (Πράγμα που έκανε αμέσως και την ευχαριστώ γι’ αυτό). Όταν είδα αυτό το ελάχιστο υλικό, αποφάσισα να αφιερώσω στην κ Κολλιδά το δεύτερο μέρος των σημερινών «οικ-A-στικών».
Υποθέτω σας έχει τύχει να αγαπήσετε ένα άνθρωπο ή ένα έργο με την πρώτη ματιά… Κάτι τέτοιο συνέβη και στην περίπτωση αυτή. Πράγμα παράδοξο, γιατί από χαρακτήρα είμαι πολύ συντηρητικός στις αγάπες μου και έχω εξαιρετικά αργούς ρυθμούς στη διαμόρφωση των σχέσεών μου… Σκέφτηκα πως συνέβη αυτό. Πώς «εξαχνώθηκε» η φυσική μου επιφυλακτικότητα; Και το ανακάλυψα: η Μαρία ζωγραφίζει όπως θα ζωγράφιζα, αν δεν ζωγράφιζα έτσι όπως ζωγραφίζω τώρα. Να το πω με πιο απλό τρόπο: Ξυπνάει μέσα μου μιαν άλλη αισθητική. Έναν άλλο ζωγράφο. Ένα ζωγράφο πιο κοντά στο μαγικό και το (γαλήνια) παράδοξο..
Όταν, στα εγκαίνια της έκθεσης, είδα πια τα έργα χωρίς τη μεσολάβηση του φωτογραφικού φακού, η άποψή μου σταθεροποιήθηκε. Με τα 43 έργα, η κ. Κολλιδά, καταθέτει μια ενδιαφέρουσα αισθητική άποψη. Χρησιμοποιεί τα υλικά της (ακρυλικά, ακουαρέλλες , λάδια) με ευστροφία, παίρνοντας – μέσω της τεχνικής που έχει κατακτήσει- από το καθένα αυτό που την ενδιαφέρει. Από την ακουαρέλα, που όπως λέει η ίδια , της προσφέρει την απελευθέρωση, παίρνει το παιχνίδι του νερού και τους διαφανείς τόνους. Από το λάδι και το ακρυλικό, πιο συμπαγή και απαιτητικά υλικά, παίρνει την πειθαρχία. Από το κολλάζ, την μείξη των δύο, την ισορροπία αλλά και το ξάφνιασμα του ματιού του θεατή που αργο-πορεί και α-πορεί μπροστά στο τρισδιάστατο εφέ.

Η θεματολογία της και το «κλίμα» των έργων της την εγγράφουν σε αυτό που ονομάζουμε παραστατική ζωγραφική (με σουρεαλιστικό και μεταφυσικό χαρακτήρα θα έλεγα, αν ήθελα οπωσδήποτε να βάλω μία ετικέτα). Το σενάριο της δημιουργίας υπακούει σε μία σαφή χρονική αλληλουχία: σύλληψη της ιδέας , επιλογή των υλικών, οργάνωση της δουλειάς - καμβάς … Η «αυτόματη γραφή» και η αποδοχή της τυχαιότητας που χαρακτηρίζουν την «αφηρημένη» ζωγραφική βρίσκονται εκτός του ορίζοντα της αισθητικής της.
Στη σύντομη συζήτηση που είχα μαζί της, η κ. Κολλιδά μου είπε ότι οι ρίζες του έργου της φτάνουν στον Ντε Κίρικο και στον αγαπημένο της Μαγκρίτ. Μου είπε, επίσης, ότι την έμπνευσή της αναζητά στην μουσική, τα παραμύθια και –κυρίως- τη φύση. Μία φύση, όμως, που δεν την ενδιαφέρει ως ολοκληρωμένη και παγιωμένη εικόνα, αλλά ως πρώτη ύλη που θα πρέπει να μεταπλαστεί για να αποδώσει αυτό που η ίδια επιθυμεί. Και αυτό που επιθυμεί είναι να θυμίσει στον θεατή της ότι το μαγικό των παραμυθιών υπάρχει. Υπάρχει -πάντα και σταθερά- μέσα μας, επειδή υπάρχει -πάντα και σταθερά- το παιδί. Το παιδί που παίζει, θαυμάζει, απορεί και απορρίπτει τη ρουτίνα. Το παιδί που ξέρει ότι το τόπι, το μπαλόνι ή το αλογάκι είναι το αντίθετο του πληκτικού κόσμου της μικρόψυχης λογικής ημών των ενηλίκων.
Στόχος της κ. Κολλιδά είναι να ξυπνήσει αυτό το παιδί που κοιμάται μέσα μας. Γιατί είναι πεπεισμένη ότι αν αυτό συμβεί, θα έχουμε κερδίσει κάτι εξαιρετικά πολύτιμο: τη σοφία της αθωότητας του παιδιού.
«Και αυτό θα μπορούσε να γλυκάνει την καρδιά μας» μου είπε.
Επί λέξει.
Και, πράγματι, εμένα μου τη γλύκανε.
…και η τύψη…
Πηγαίνοντας στο Κίρικο, για να δω το έργο της κας Κολλιδά, διαπίστωσα ότι στον πρώτο όροφο εξέθετε ο κ Δημήτρης Μοράρος. Αφιέρωσα λίγο από τον περιορισμένο χρόνο που διέθετα και διαπίστωσα ότι το έργο του γίνεται όλο και πιο ενδιαφέρον. Δυστυχώς, διάφορες ασχολίες δεν μου επέτρεψαν να «πάρω χαμπάρι», όπως λέμε, την έκθεσή του και να του αφιερώσω ένα κείμενο. Του ζητώ συγγνώμη και υπόσχομαι ότι την επόμενη φορά θα επανορθώσω.
Δημοσιεύτηκε στο Νέο Τύπο.
Κυριακή 18-1-09
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου