Μια συνέντευξη με το ζωγράφο Σταμάτη Παπαδήμο.
Τη συνέντευξη που ακολουθεί, όφειλα να την είχα παρουσιάσει εδώ και δυο εβδομάδες, όταν για πρώτη φορά συνάντησα – στο Ντε Κίρικο- τις δυο «γραφές» («γραφίσματα»;) του Σταμάτη – εκείνη του λόγου κι εκείνη τις εικόνας. Όμως, κάποιες μικρο-αντιξοότητες προκάλεσαν δύο συνεχείς αναβολές - για τις οποίες του ζητώ συγνώμη…

Σταμάτη, είσαι – ή μάλλον ήσουν- περισσότερο γνωστός ως γραφίστας . Αυτό άλλωστε ήταν και το αντικείμενο των σπουδών σου… Γιατί επέλεξες τη μοίρα του «μετανάστη»; Τι είναι αυτό που σε «έφερε» στη ζωγραφική; Τι σε γοητεύει σ’ αυτή και ποια η ανάγκη- επιθυμία που ικανοποιεί;
Αλήθεια είναι ότι αντικείμενο των σπουδών μου υπήρξε η γραφιστική. Όπως αλήθεια είναι ότι γραφιστική και ζωγραφική έχουν κάποιες κοινές συνιστώσες, όπως ο χώρος, το χρώμα, το θέμα. Θα έλεγα μάλιστα, χωρίς να υποστηρίζω ότι εφάπτονται ή ότι η μία αποτελεί συνέχεια και εξέλιξη της άλλης, ότι έχουν μια συγγένεια όχι και τόσο εξ’ αγχιστείας.
Βέβαια, μεγάλη και ουσιαστική διαφορά παραμένει το γεγονός ότι η μεν ζωγραφική αποτελεί, για μένα, μια ανεξάρτητη και προσωπική έκφραση, ενώ η γραφιστική λειτουργεί –λόγω του εμπορικού της χαρακτήρα- σε βάσεις πολύ πιο συγκεκριμένες, με ιδιαίτερους κανόνες και λογικές.
Κάπου ανάμεσα σ’ αυτές τις γραμμές εντοπίζω τους λόγους, που επέλεξα να γίνω –πολύ σωστά το λες- «μετανάστης». Nα «ξενιτεύομαι» δηλαδή στη χώρα της φαντασίας και της δημιουργίας, που είναι η ζωγραφική και, μια στο τόσο, να επιστρέφω στο «πατρικό» μου, για να ξαναφύγω, να επιστρέψω και ούτω καθ’ εξής…
Ποιος ο ρόλος του ζωγράφου στο σημερινό κόσμο; Έχει κάτι το ιδιαίτερο να πει -ή να κάνει- και , κατά συνέπεια, έχει κάποιο μέλλον ή… ο γραφίστας Παπαδήμος θα εξαφανίσει τον ζωγράφο Σταμάτη; Τι είναι εκείνο που μπορεί να πει ο ζωγράφος, ενώ δεν μπορεί ο γραφίστας, ο φωτογράφος ή οποιοσδήποτε χειριστής κάποιας μηχανής που παράγει εικόνες;
O κάθε άνθρωπος έχει, ή καλύτερα πρέπει να έχει άποψη, λόγο και ενεργό ρόλο στο κοινωνικό γίγνεσθαι, ανεξάρτητα αν αυτός είναι ζωγράφος ή προγραμματιστής ηλεκτρονικών υπολογιστών, αν είναι εργαζόμενος ή άνεργος, άντρας ή γυναίκα. Tο δικαίωμα όμως αυτό πρέπει ο καθ’ ένας να το διεκδικήσει με πείσμα για λογαριασμό του. Εμείς είμαστε αυτοί που θα πρέπει να δημιουργήσουμε το πεδίο, το χώρο έκφρασης, εμείς πρέπει να είμαστε αυτοί που θα τοποθετήσουμε τις καρέκλες, στις οποίες θα καθίσει το ακροατήριο. Και για να γίνει αυτό πραγματικότητα, χρειάζεται εγρήγορση, συνεχής και αδιάκοπος αγώνας.
Από την πλευρά του ο ζωγράφος, αφού γι’ αυτόν μιλάμε, είναι –ή πρέπει να είναι- άνθρωπος με αυξημένη ευαισθησία και πολυεπίπεδη ικανότητα ανάλυσης των πραγμάτων. Δεν μπορώ, όμως, να εντοπίσω με ακρίβεια ποιος είναι ο ρόλος του ζωγράφου στο σημερινό κόσμο. Είναι, μάλλον, πολλά πράγματα ταυτόχρονα και παράλληλα. Για εκείνο που είμαι σίγουρος και μπορώ να το καταθέσω χωρίς φόβο και πάθος είναι ότι ο ρόλος του ζωγράφου δεν είναι να δημιουργεί «όμορφες» εικόνες. Είναι πολύ περισσότερα πράγματα από αυτό, πολύ πιο ουσιαστικός ο λόγος ύπαρξής του!
Όσο δε με αφορά γραφίστας και ζωγράφος συνυπάρχουν αρμονικά μέσα μου και πιστεύω ότι δεν υπάρχει ζήτημα… «εκπαραθύρωσης» του ενός από τον άλλο. Άλλωστε, η ζωγραφική δεν είναι για μένα «θέλω», αλλά «είμαι».

Πως αυτοπροσδιορίζεσαι ως καλλιτέχνης; Ποια είναι η αισθητική σου και ποιές οι αποσκευές σου; Σε ποιο σημείο του σημερινού συνεχούς των τάσεων - ρευμάτων αυτοτοποθετείσαι;
Δυσκολεύομαι να απαντήσω, όταν πρέπει να αυτοπροσδιοριστώ. Με λίγες λέξεις, θα τολμούσα να πω ότι είμαι κάτι μεταξύ ρεπόρτερ και σχολιαστή. Καταγράφω αυτά που συμβαίνουν γύρω μου, προσπαθώ να ανακαλύψω τι κρύβεται πίσω από αυτά και εκθέτω τα συμπεράσματά μου στο φιλοθεάμον κοινό σε τακτά χρονικά διαστήματα. Στην ουσία όμως, δεν κάνω τίποτα άλλο από το να προβάλω στο χαρτί τα δικά μου γούστα, τα δικά μου πιστεύω και θέλω. Και κάθε φορά που ολοκληρώνω μια δουλειά αναρωτιέμαι: «άραγε, πόσες καρέκλες να γέμισα αυτή τη φορά;…». Εκείνες τις καρέκλες του ακροατηρίου που έλεγα νωρίτερα, αν θυμάσαι. Όσον αφορά το ύφος της δουλειάς μου, θα έλεγα ότι θυμίζει αρκετά παιδική ζωγραφική, έχει δηλαδή πολλά στοιχεία κόμικ και αν έπρεπε να της βάλω μια ετικέτα θα δανειστώ τον χαρακτηρισμό της κυρίας Δραντάκη «ιδιόμορφη, δικής του έμπνευσης, ελληνική ποπ αρτ».
Υπάρχουν κάποιοι δάσκαλοι που επηρέασαν – άμεσα ή έμμεσα - την πορεία σου; Κάποιοι ζωγράφοι που θαυμάζεις;
Θα σε πάω πολύ πίσω στο χρόνο. Επειδή με ρώτησες για δασκάλους, η πρώτη που θυμάμαι να μ’ έχει κάνει να αγαπήσω τη ζωγραφική ήταν η καθηγήτριά μου στα καλλιτεχνικά μαθήματα, στο 5ο Γυμνάσιο του Βόλου. Ήταν, για μένα, η πρώτη απόπειρα να ζωγραφίσω και η πολύχρωμη ανάμνηση εκείνης της εποχής, δεν πρόκειται να ξεθωριάσει ποτέ! Στην πορεία υπήρξαν πολλοί άνθρωποι-δάσκαλοι, που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, έδειξαν σε μένα δρόμους έκφρασης των καλλιτεχνικών μου ανησυχιών. Και αυτοί δεν ήταν άλλοι από τους δασκάλους μου στην Ακαδημία, στις Βρυξέλλες.
Καλλιτέχνες, που μ’ έχουν «αναγκάσει» να σταθώ με ευλάβεια μπροστά στο έργο τους υπάρχουν αρκετοί. Oι Leger, Warhol, Lichtenstein από τους ξένους και οι Kουνέλης, Φασιανός από τους Έλληνες είναι οι άνθρωποι που με το έργο τους έδωσαν σε μένα διέξοδο σε κρίσιμες καμπές του καλλιτεχνικού μου βίου.

Γιατί επέλεξες να χρησιμοποιείς, σχεδόν αποκλειστικά, ένα μέσον τόσο δύσχρηστο όπως είναι οι μαρκαδόροι; Είναι προφανές, ακόμα για κάποιο που δεν έχει ιδιαίτερη επαφή με την τέχνη, ότι ο μαρκαδόρος αφενός μεν απαιτεί απόλυτο έλεγχο, αφετέρου δε κάνει τη διαδικασία παραγωγής του έργου εξαιρετικά αργή και -σχεδόν- οδυνηρά «χειρωνακτική». Πως επηρεάζει η αυτοπειθαρχία που σου επιβάλει το υλικό σου τη δουλειά σου; Τι κερδίζεις περιορίζοντας την ταχύτητα της δουλειάς; Πως επιδρά ο χρόνος που η βραδύτητα σου προσφέρει (τι παράδοξο… η βραδύτητα και όχι η ταχύτητα προσφέρει χρόνο!) στην οργάνωση και την ποιότητα της δουλειάς;
Ζούμε σε μια εποχή, που την χαρακτηρίζει η ταχύτητα. Φτάνουμε πολύ γρήγορα και εύκολα στην «Ιθάκη», όμως παραβλέπουμε τη διαδρομή και δεν απολαμβάνουμε το ταξίδι. Όταν αποφάσισα να ζωγραφίζω πιο συστηματικά, έβαλα ένα στοίχημα με τον εαυτό μου. Nα απολαμβάνω κάθε στιγμή της δημιουργίας. Nα μ’ ενδιαφέρει δηλαδή τόσο η «Ιθάκη», όσο και το ταξίδι προς αυτή. Και στο ταξίδι αυτό μεγάλη βοήθεια μου προσφέρει ο μαρκαδόρος. Είναι ο τρόπος που πρέπει να χειρίζεσαι αυτό το υλικό, που κάνει το αναρρίχηση προς την κορυφή… αβασάνιστα αργή! Εδώ, θα ήθελα να σου εξομολογηθώ ότι θυμάμαι, εντονότατα, την κάθε στιγμή δημιουργίας, του κάθε έργου. Μπορώ να σου περιγράψω με κάθε λεπτομέρεια, την ημέρα, την ώρα και τη μουσική που άκουγα όταν ζωγράφιζα το άλφα ή το βήτα έργο. Και όταν, μετά από πολύ καιρό θα πέσει το βλέμμα μου σε κάποια τελειωμένη, από καιρό, δουλειά, αυτή λειτουργεί αυτόματα σαν μια καλοκουρδισμένη μηχανή του χρόνου. Και είναι απίθανο το συναίσθημα να μπορείς να μεταφέρεσαι στο χρόνο με τόση άνεση και τόση ευκολία! Επιπλέον, θα πρόσθετα ότι, επειδή μου αρέσει πολύ το γράψιμο, η «βραδύτητα» του μαρκαδόρου, μου εξασφαλίζει αρκετό χρόνο ώστε να σκέφτομαι διάφορα πράγματα κι, έχοντας κοντά μου ένα μπλοκάκι, να το γεμίζω με σκέψεις της στιγμής…
Θεωρείς ότι το έργο τέχνης οφείλει να έχει κάποιο σκοπό; Ας το διατυπώσω διαφορετικά: Ποιος είναι ο στόχος σου όταν ζωγραφίζεις; Τι υπηρετείς ως καλλιτέχνης;
Όπως σου ξαναείπα, ζωγραφική για μένα δεν συνιστά η απλή αναπαραγωγή και καταγραφή των συμβαινόντων γύρω μας. H ζωγραφική είναι πάνω απ’ όλα συναίσθημα και για να είναι «πετυχημένη» πρέπει –κυρίως αυτό- να πυροδοτεί το συναίσθημα του ίδιου του θεατή. Tα έργα μου υπηρετούν ένα πολύ απλό και συγκεκριμένο στόχο. Nα θέτουν ερωτήματα, να προβληματίζουν και ν’ ανοίγουν το διάλογο μεταξύ των θεατών του ακροατηρίου. Ξέρεις, έχω εντοπίσει ένα μείζον πρόβλημα που διατρέχει την ελληνική κοινωνία και πραγματικότητα. Ενώ, λοιπόν, πολύ εύκολα εκφράζουμε άποψη, θέση και γνώμη για όλα τα ζητήματα, ακόμη κι αν δεν έχουμε ερωτηθεί σχετικά, εντούτοις σπάνια, πολύ σπάνια μπαίνουμε στον κόπο να ακούσουμε (πραγματικά) τη γνώμη του συνομιλητή μας. Μιλάμε αλλά δεν ακούμε τους άλλους που μας μιλούν. Είμαστε μια κοινωνία, που ο διάλογος κωφών περισσεύει! Ας θεωρήσουμε λοιπόν ότι με τη δουλειά μου συνεισφέρω, στο μέτρο των δυνατοτήτων μου, ώστε να ανοίγει κάθε φορά ένας μικρός διάλογος, όπου όλοι θα έχουν δικαίωμα τόσο να μιλούν, όσο και να ακούν.

Το έργο σου δεν είναι ούτε «διακοσμητικό» ούτε «ρεαλιστικό» και το εικαστικό σου «γλωσσάρι», αν και φαινομενικά απλοϊκό, έχει ένα χαρακτήρα «κρυπτογραφήματος». Δώσε μας ένα «εργαλείο» αποκωδικοποίησης του έργου σου ...
Ας γίνω πιο συγκεκριμένος: στο έργο σου κυριαρχεί αυτό το, κατά την κυρία Δραντάκη, «ανθρωποειδές». Πώς θα επιθυμούσες να το προσεγγίσει ο θεατής (προσοχή: δε λέω πως θα «έπρεπε» να το προσεγγίσει, μια και στην τέχνη δεν υπάρχει μία και μόνο προσέγγιση - ερμηνεία).
Σε γενικές γραμμές είναι όπως το αναφέρεις. Δεν επιδιώκω το «διακοσμητικό» στις δουλειές μου και σίγουρα έχω αποκλείσει το ρεαλισμό. Σκοπός μου δεν είναι να δημιουργήσω εικόνα για την εικόνα! Όταν βρίσκομαι απέναντι στο χαρτί αντιμετωπίζω την εξής πρόκληση. Nα καταγράψω εικαστικά τη σκέψη μου και τον προβληματισμό μου, με τέτοιο τρόπο, ώστε να γίνει αυτή απόλυτα κατανοητή από το μεγαλύτερο μέρος των θεατών. H κατανόηση του έργου μου είναι ο σκοπός και όχι μια όμορφη αφήγηση. Ξέρεις, ένα έργο, όταν διανθίζεται και πλαισιώνεται από καλλωπιστικά στοιχεία, που δεν έχουν να προσφέρουν κάτι το ουσιαστικό, τότε υπάρχει το μεγάλο ρίσκο να εκτρέψεις το θεατή από τον αρχικό σου στόχο και σκοπό, να τον μπερδέψεις και ουσιαστικά να θολώσεις την δική σου, αρχική, ιδέα.
Στα πλαίσια αυτά δημιούργησα ένα «ανθρωποειδές», ένα «χαρακτήρα», μέσω του οποίου αναπτύσσω τη συλλογιστική μου. Αποτελεί αυτό το «character», το όχημα για την υλοποίηση της σκέψης μου. Αυτό το δημιούργημα, θα μπορούσε να είμαι εγώ, θα μπορούσε όμως να είναι και ο ίδιος ο θεατής. Μπορείς δηλαδή να μείνεις απλός παρατηρητής του έργου ή να τολμήσεις να εισβάλεις σ’ αυτό, να γίνεις εσύ το «ανθρωποειδές» και να συνεχίσεις την ιστορία από ‘κει που τελειώνει…
Περίγραψέ μας την πορεία από το λευκό χαρτί στο ολοκληρωμένο έργο. Τι σε παρακινεί να ζωγραφίσεις; Ποια είναι τα στάδια της δημιουργικής διαδικασίας; Σχηματίζεται η εικόνα του θέματος μέσα σου πριν να αρχίσεις να οργανώνεις τη δουλειά σου ή ξεκινάς ψάχνοντας;
Θα σου φέρω ως παράδειγμα την τελευταία μου δουλειά για να καταλάβεις πως λειτουργεί η όλη διαδικασία. Θα σου πω λίγα λόγια για το «PEOPLE». Αφορμή στάθηκε ο τελευταίος πόλεμος στη Λωρίδα της Γάζας. Σημείωνα τότε:
« H διαχρονική πάλη του ισχυρού με το αδύναμο. Tο έργο αυτό έχει ως αφορμή του τον πρόσφατο πόλεμο μεταξύ του κράτους του Iσραήλ και μιας μερίδας του Παλαιστινιακού λαού. Tο ζητούμενο, για μένα, δεν είναι να πάρω θέση σ’ αυτή τη διαμάχη. Δε με αφορά να προσδιορίσω ποιος είναι ο δυνατός και ποιος ο ανίσχυρος… Άλλωστε σ’ ένα πόλεμο, που έχει θύματα και στις δύο πλευρές, δεν έχει τόσο σημασία η εκδήλωση συμπάθειας προς τη μία ή την άλλη όχθη, όσο έχει σημασία να καταλάβουμε –εάν μπορούμε- ότι TIΠOTA ΔEN EXEI ΠEPIΣΣOTEPH AΞIA AΠO THN ANΘPΩΠINH YΠAPΞH KAI AΞIOΠPEΠEIA. Όχι μόνο στο συγκεκριμένο πολεμικό συμβάν, αλλά σε όλες τις εκφάνσεις της ανθρώπινης δραστηριότητας! Κατά τα λοιπά θα συμπλήρωνα τη σκέψη μου, γράφοντας ότι ο «IΣXYPOΣ», πού επιβάλει τα θέλω του στον «ANIΣXYPO» κατεβαίνει, πάντα, από τον Oυρανό…» και τελείωνα λέγοντας «H μεγάλη και ουσιαστική διαφορά σε τούτο τον πόλεμο ήταν το γεγονός που ήθελε τους Ισραηλινούς να ρίχνουν τις βόμβες τους από αέρος (με φορά δηλαδή από πάνω προς τα κάτω) και τους Άραβες να εκτοξεύουν τις ρουκέτες τους από το έδαφος (με φορά δηλαδή από κάτω προς τα πάνω). Και στις δύο περιπτώσεις τα αποτελέσματα ήταν ολέθρια…»
Με βάση τα παραπάνω, δημιούργησα μια ασπρόμαυρη σύνθεση, θέλοντας επιπλέον να υπογραμμίσω και το γεγονός ότι δεν πρέπει να απορροφούμε σαν σφουγγάρι όποια είδηση θέλουν να μας «σερβίρουν» και πως, πριν κατασταλάξουμε κάπου, θα πρέπει αυτή την είδηση να την περνάμε από το δικό μας, προσωπικό
φίλτρο!

Υπάρχει κάτι που θα ήθελες να προσθέσεις;
Θα ήθελα να ευχαριστήσω τόσο εσένα, όσο και την εφημερίδα για τη φιλοξενία και να επισημάνω, αν μου το επιτρέπεις, ότι στην εποχή της οικονομικής –τεχνητής ή πραγματικής δεν έχει σημασία- κρίσης που ζούμε, εποχής που το, επί τούτου, πολύχρωμο μας επιβάλλεται άνωθεν χωρίς μέτρο και σταθμά, υπάρχουν πάρα πολλοί άνθρωποι στην Ελλάδα μας που σκέφτονται και δημιουργούν. Και να προτείνω, αν μπορώ, λιγότερη απαισιοδοξία, περισσότερη πίστη στον εαυτό μας, πολύ λιγότερη τηλεόραση και πολύ περισσότερο περπάτημα στην παραλία (του Bόλου ή του όμορφου χωριού μου, του Πλατανιά, δεν έχει σημασία! )…
Εγώ σε ευχαριστώ, Σταμάτη, για το αποτύπωμα της σκέψης σου που άφησες στα «οικ-αστικά». Καλή συνάντηση, στην παραλία του Πλατανιά. Το καλοκαίρι, γιατί τότε ο ήλιος σκοτώνει τις προκατασκευασμένες στάσεις και σκέψεις (πχ της τηλεόρασης) και κάνει την αισιοδοξία πιο «προσιτή» και εύκολη… Σχεδόν μια φυσική και πάγια κατάσταση (ή ίσως «επανάσταση;)…
ΥΓ. O Σταμάτης Παπαδήμος θα εκθέτει στο Γαλλικό Ινστιτούτο της Λάρισας, από τις 23 Μαρτίου ως τις 4 Απριλίου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου